ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

H λέξη «κατσοπρίνι» στην κρητική διάλεκτο

Κατσοπρίνι (το) κατσοπρίνια (τα)= είδος πρίνου που παραμένει σε θαμνώδη μορφή (μικρός πρίνος).

ΣΥΝ. πριναρά. Ν.Ε. πουρνάρι.

ΕΤΥΜ: από το κατσό (ως πρώτο συνθετικό με την έννοια ζαρωμένος) + αρχ. πρῖνος, κατσό+πρῖνος- κατσόπρινος, υποκ. κατσοπρίνι.

Μόνο να ρθεις την άνοιξη, που βάνω τα καλά μου, που κιτρινίζει ασπάλαθος κι αθεί το κατσοπρίνι. Δίφορα.

κατσοπρινιάς (ο)= ο τόπος που είναι κατάφυτος με κατσοπρίνια.

κατσοπρινόφυλλα (τα)= τα φύλλα του κατσοπρινιού, που είναι μικρότερα από του πρίνου, πυκνά, στιλπνά και αγκαθωτά.

Οντε δα σ” ανεστορηθώ, στα όρη που γυρίζω, με τα κατσοπρινόφυλλα τα μάτια μου σκουπίζω. Μ.Α.Μ.

 

Γιάννης Κριτσωτάκης

(από το υπό έκδοση «Σητειακό Λεξιλόγιο»)


Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>